εὔρηκτος

εὔρηκτος
εὔρηκτος, ον,
A easy to break, Aret.CD1.13, Orib.49.3.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • εύρηκτος — εὕρηκτος, ον (Α) ο εύθραυστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρηκ τός (< ρήγνυμι), πρβλ. α διά ρρηκτος, ά ρρηκτος] …   Dictionary of Greek

  • εὔρηκτος — easy to break masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔρηκτον — εὔρηκτος easy to break masc/fem acc sg εὔρηκτος easy to break neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔρηκτα — εὔρηκτος easy to break neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”